Αύγουστος Κοντ: Ο ιδρυτής της κοινωνιολογίας και του θετικισμού

Στις αρχές του 19ου αιώνα η θετική ιστορική έρευνα φέρνει βαθειά τα ίχνη των επιδράσεων τόσο του Rousseau και του Herder, όσο και των ρομαντικών. Είναι η εποχή που εμφανίζεται ο Αύγουστος Κοντ (Comte), Γάλλος θετικιστής φιλόσοφος, εισηγητής της επιστήμης της Κοινωνιολογίας. Γεννήθηκε σε αυστηρό οικογενειακό κύκλο Καθολικών, στο Μονπελιέ στις 19 Ιανουαρίου του 1798. Η οικογένειά του ήταν αφοσιωμένη ολόψυχα στο δόγμα των Καθολικών. Τις πρώτες του σπουδές τις ολοκλήρωσε στο Μονπελιέ, όπου σαν παιδί διακρίνεται για τον ανεξάρτητο χαρακτήρα και τη μοναδική του φιλομάθεια.

Στα 14 ακόμα χρόνια του έχει τοποθετηθεί στην ανάγκη μιας ριζικής όσο και παγκόσμιας φιλοσοφικής ανατοποθέτησης (αναγέννησης).
 

Το 1814, σε ηλικία 16 ετών, έρχεται στο Παρίσι και εγγράφεται στην Πολυτεχνική Σχολή, όπου παραμένει δύο χρόνια. Επεκτείνει τις σπουδές του στη Βιολογία και την Ιστορία και αποκτά ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Ωστόσο, μετά τη μάχη του Βατερλό η λειτουργία της Σχολής απαγορεύτηκε λόγω των φιλικών προς τον Ναπολέοντα ιδεών της και ο ίδιος ο Κοντ, που συμμεριζόταν τις ιδέες αυτές, αναγκάζεται να επιστρέψει στο Μονπελιέ. Το βαρύ καθολικό περιβάλλον του σπιτιού του, τον ξαναφέρνει στο Παρίσι. Τώρα όμως είναι χωρίς πόρους και οικονομική βοήθεια. Παραδίδει μαθήματα σε νεαρούς υποψήφιους και κατορθώνει να ζει. 

Το 1817 ο Κοντ σχετίζεται με το Γάλλο στρατηγό του μηχανικού Bernard, ο οποίος εκτιμά την ιδιοφυία του Κοντ και τον καλεί στην Αμερική, όπου είχε αναλάβει τη στρατιωτική οργάνωση του νεοσύστατου (1776) κράτους. Σε ηλικία 19 ετών ο Κοντ μαθαίνει αγγλικά και προορίζεται για καθηγητής της γεωμετρίας στην εκεί Πολυτεχνική Σχολή. Το Πολυτεχνείο τελικά δεν θα ιδρυθεί. Η μετάβαση του Κοντ στην Αμερική ματαιώνεται. Αλλά θα μείνει το κέρδος της εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας και ο Κοντ θα ριχτεί με μανία στο διάβασμα της πλούσιας αγγλοσαξονικής φιλολογίας σε θέματα πολιτικής και κοινωνιολογίας. Μεγάλο του ίνδαλμα, σαν ήθος και πνευματικό ανάστημα, είναι ο Βενιαμίν Φραγκλίνος.
 

Την εποχή εκείνη την Ευρώπη, με επίκεντρο το Παρίσι, διατρέχουν οι ιδέες και οι απόψεις του λεγόμενου γαλλικού ουτοπιστικού σοσιαλισμού. Ο Κοντ γνωρίζεται με το συγγραφέα τους και φιλόσοφο Σαιν Σιμόν, με τον οποίον συνεργάζεται (1817-24) και ο οποίος τον παίρνει σαν γραμματέα του το 1822, με μισθό 300 φράγκα το μήνα. Στη νεαρή αυτή ηλικία επιδίδεται στη συγγραφή φιλοσοφικών έργων. Η σειρά αυτή των νεανικών του έργων, που εκδόθηκαν μεταξύ του 1819 - 1826, προδιαγράφει σχεδόν πλήρως την ανάπτυξη των σκέψεών του που ακολούθησε. Το 1822 εκδίδει το σύγγραμμά του με τίτλο «Σύστημα της θετικής πολιτικής», έργο κοινωνικού προσανατολισμού, που αναστατώνει τους φιλελεύθερους και σοσιαλιστές κοινωνιολόγους της εποχής, αφού διδάσκει μια θέση εναντίον της ελευθερίας της συνείδησης και της έκφρασης της λαϊκής θέλησης. Πρόκειται για τις αρχές του Κοντ, που αργότερα θα ονομαστούν «κοινωνική οργανική ισορροπία». Το έργο τον κάνει μεν διάσημο, αλλά ο Σαιν Σιμόν τον απομακρύνει από κοντά του. Μετά τη ρήξη του με τον Σαιν Σιμόν, ο Κοντ ασχολείται αποκλειστικά με την ανάπτυξη των προσωπικών του αντιλήψεων. Το 1824 γράφει ένα σύγγραμμα με τίτλο «Φιλοσοφικές σκέψεις για την επιστήμη και τους επιστήμονες» και το 1826 ένα ακόμα σύγγραμμά του με τον τίτλο «Η πνευματική δύναμη».
 

Από το 1826 αρχίζει να παραδίδει ιδιωτικά μαθήματα φιλοσοφίας, που αναγκάζεται να διακόψει, επειδή προσβάλλεται από κρίση μελαγχολίας, που τον υποχρεώνει να καταφύγει στον ψυχίατρο Εσκιρόλ, ο οποίος αργότερα έγινε μαθητής του. Μπαίνει για τρεις μήνες σε αναρρωτήριο. Μετά από τρία χρόνια ξαναρχίζει να διδάσκει και την επόμενη χρονιά (1830) δημοσίευσε τον πρώτο τόμο του περίφημου έργου του «Μαθήματα θετικής φιλοσοφίας» (Cours de Philosophie positive), που συμπληρώθηκε με πέντε ακόμα τόμους τα κατοπινά 12 χρόνια (1842). Ωστόσο, την εποχή εκείνη το έργο αυτό δε σημείωσε καμιά επιτυχία. Μάλιστα, η δημοσίευση του έργου αυτού γίνεται αφορμή να χάσει τη διδακτική του θέση στην Πολυτεχνική Σχολή. Η αίτησή του να γίνει και πάλι δεκτός ως καθηγητής των Μαθηματικών στην Πολυτεχνική Σχολή, απορρίπτεται και το μόνο που κατορθώνει είναι να διοριστεί εξεταστής και επόπτης των επανεξεταζόμενων φοιτητών. Αλλά και από εκεί σε λίγο εκδιώκεται. Βιοποριστικά υποφέρει.
 

Καθώς τα έργα του δεν είχαν αναγνωριστεί ακόμα, θα ζήσει μέχρι το θάνατό του με δωρεές και ενισχύσεις φίλων του, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλεγόταν και ο Άγγλος φιλόσοφος και οικονομολόγος Τζον Στιούρατ Μιλ, ο ιστορικός Γκροτέ και από τη Γαλλία ο φιλόσοφος Λιτρέ. Μετά το 1848, με την ίδρυση της θετικιστικής Εταιρείας και με τη διδασκαλία του στο Παλέ Ρουαγιάλ, η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται.
Η μελαγχολία τον χτυπά και πάλι. Η σύζυγός του, Καρολίν Μασέν τον εγκαταλείπει. Η ασθένεια κυριολεκτικά τον ταλαιπωρεί.
 

Το 1845 γνωρίζεται με την κυρία Clotilde de Vaux που πεθαίνει μεν το 1846, αλλά εμπνέει στον Κοντ ένα πολύ βαθύ συναίσθημα μυστικιστικού έρωτα. Ένα μοναδικό έντονο βίωμα που θα καταλάβει ολόκληρο το χώρο στο υποσυνείδητό του, σαν θρησκευτικότητα. Υπό την επίδραση του έρωτα αυτού, καταλαμβάνεται από την τάση να δώσει στη φιλοσοφία του μια μυστικιστική θρησκευτική επένδυση. Η τάση του αυτή φαίνεται στο σύγγραμμά του «Σύστημα της θετικιστικής πολιτικής ή πραγματεία της κοινωνιολογίας» (1851-54).
 

Ο Κοντ αλλάζει τελείως. Ο αρνητής γίνεται θρήσκος. Αυτός που πίστευε ότι η θρησκεία ανήκει στα ανεξέλικτα στάδια της ανθρώπινης ιστορίας και στους πρωτόγονους σταθμούς της οργανωμένης κοινωνίας, τώρα επικεντρώνεται στο να δημιουργήσει μια καινούργια θρησκεία. Και δημιουργεί πράγματι μια νέα θρησκεία. Την ονομάζει «Λατρεία της Ανθρωπότητας». Τη θέση της λατρείας του Θεού την παίρνει η λατρεία της ανθρωπότητας. 

Η ανθρωπότητα είναι το Μεγάλο Ον, ο Θεός ας πούμε. Ο τύπος της λατρείας είναι μυστικιστικός. Η νέα θρησκεία του Κοντ δεν έχει δόγματα, έχει όμως αυστηρά καθορισμένους τελετουργικούς τύπους, δικό της ημερολόγιο, δικά της μυστήρια και ιερείς. Διορίζει νέους αγίους, της εκλογής του φυσικά. Η ονομασία των μηνών και των ημερών γίνεται με τα ονόματα σπουδαίων ηρώων της ανθρωπότητας. Η λατρεία δεν είναι απαραίτητη να γίνεται σε κλειστούς χώρους. Ο ίδιος κρατάει για τον εαυτό του το μοναδικό μεγάλο τίτλο και αυτοανακηρύσσεται «Μέγας Αρχιερέας», κάτι σαν τον πάπα της Ρώμης.
 

Η θρησκεία του Κοντ θα δημιουργήσει θέματα και θα προβληματίσει έντονα, ιδίως τον Καθολικό κόσμο. Μια τάση θα αναφανεί σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό κυρίως χώρο. Ο πουριτανικός κόσμος της Διαμαρτύρησης δεν ταράζεται και πολύ.
Από το τελευταίο του έργο «Υποκειμενική σύνθεση ή γενικό σύστημα των ιδιαζόντων αντιλήψεων στην ανθρωπότητα» πρόφτασε νε τελειώσει μόνον τον 1ο τόμο. Ο θάνατος τον βρίσκει στις 5 Σεπτεμβρίου του 1857, να καταγίνεται έντονα με τη νέα του θρησκεία.
 

Ο Κοντ είναι ο θεμελιωτής ενός νέου φιλοσοφικού συστήματος, που ονομάζεται «θετικισμός» (Positivismus). Η σκέψη του διέπεται από ιδέες και τάσεις που φαινομενικά παρουσιάζονται αντιφατικές. Αν και είναι θαυμαστής της σκέψης του 18ου αιώνα (του Ντιντερό, του Καντ, των Σκωτσέζων φιλοσόφων και του Χιούμ), ο Κοντ ένιωθε παράλληλα συμπάθεια και πνευματική σύμπνοια με τους μυστικιστές του Μεσαίωνα. Θεωρούσε εκείνη την εποχή ως την τελευταία αρμονική και οργανωμένη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, που έπρεπε να χρησιμεύσει ως πρότυπο για την ανασυγκρότηση της κοινωνίας, την οποία είχε αποσυνθέσει η επανάσταση και η κριτική σκέψη. Κατά τη γνώμη του, αυτή η ανασυγκρότηση έπρεπε να επιχειρηθεί με νέες μεθόδους που θα εφαρμόζονταν στην κοινωνική ζωή με βάση τα συστήματα έρευνας της θετικής επιστήμης που, χωρίς να αγνοούν τις παραδοσιακές αξίες, θα χρησιμοποιούσαν τη θετικιστική σκέψη του προηγούμενου αιώνα για μια πρόοδο χωρίς κρίσεις. Έτσι σύμφωνα με τον Κοντ, η ηθική ανάπτυξη της ανθρωπότητας θα πρέπει να βασίζεται στην κοινωνιολογία. Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώνεται το τελευταίο στάδιο της μακράς πορείας της ανθρωπότητας, που μεταβαίνει από τη θεολογική στην θετικιστική γνώση.
 

Οι θεμελιώδεις αντιλήψεις του είναι δύο: Πρώτον, ότι έχουμε μόνο γνώση των φαινομένων και δεύτερον, ότι η γνώση μας για τα φαινόμενα δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική. Η ανθρώπινη σκέψη δεν έχει προορισμό να εξετάζει την «ουσία» των φαινομένων και τις «αληθινές» αιτίες. Έργο της είναι να εξακριβώνει και να διατυπώνει τις μεταξύ των φαινομένων σχέσεις, σύμφωνα με την αλληλεξάρτηση και την ομοιότητά τους. Οι σχέσεις αυτές είναι σταθερές και αν πρόκειται για την αλληλεξάρτηση ονομάζονται «νόμοι», ενώ για την ομοιότητα λέγονται «έννοιες». Σκοπός της επιστημονικής γνώσης είναι να προβλέπουμε τα μελλοντικά γεγονότα που θα συμβούν, με βάση την εξακρίβωση των νόμων (savoir pour prevoir = να γνωρίζουμε για να προβλέπουμε).
Το δεύτερο σημαντικό σημείο της φιλοσοφίας του Κοντ είναι η θεωρία του για την κατανομή της ιστορίας της εξέλιξης του ανθρώπινου γένους σε τρία στάδια.
 

Το πρώτο στάδιο είναι το θεολογικό. Σύμφωνα με αυτό, η ανθρωπότητα πιστεύει ότι τα φαινόμενα δεν υπακούνε σε φυσικούς νόμους, αλλά ότι συμβαίνουν μετά από ενέργειες που πηγάζουν από θεϊκά όντα. Η πρώτη βαθμίδα του σταδίου αυτού είναι ο φετιχισμός, η δεύτερη ο πολυθεϊσμός και η τρίτη ο μονοθεϊσμός.
 

Το δεύτερο στάδιο της εξέλιξης είναι το μεταφυσικό. Σύμφωνα με αυτό, τη θέση της βούλησης των θεϊκών όντων καταλαμβάνουν οι «μεταφυσικές δυνάμεις», οι «μυστικές ιδιότητες» που ενυπάρχουν στη φύση, όπως η «θρεπτική δύναμη», η «ζωτική δύναμη» (vis vitalis) κλπ. Η φυσική πτώση των σωμάτων θεωρείται σαν «ορμή» για την επιστροφή του σώματος στο «φυσικό τόπο» του.
 

Στο τρίτο στάδιο, το θετικιστικό, η ανθρωπότητα καταλαβαίνει ότι οι μεταφυσικές δυνάμεις είναι πλαστές και ανύπαρκτες. Δεν ζητάει την ανακάλυψη της απόκρυφης ουσίας των όντων. Επιδιώκει να βρει, μέσα από την παρατήρηση και το πείραμα, τα φαινόμενα. Ζητάει να μελετηθούν άμεσα τα αίτια σύμφωνα με τους νόμους των σχέσεών τους και να εξακριβώσει κάτω από ποιες προϋποθέσεις συμβαίνει κάθε φαινόμενο.
 

Σύμφωνα με τον Κοντ, καθένα απ’ τα παραπάνω αναφερόμενα στάδια εξέλιξης της ανθρωπότητας συνδέεται με αντίστοιχες πολιτικές συνθήκες. Και γι’ αυτά ισχύει ο νόμος της τριαδικής εξέλιξης. Κι η κοινωνία περνάει μέσα από το θεολογικό και μεταφυσικό στάδιο και φτάνει στο θετικιστικό στάδιο. Κατά το θεολογικό στάδιο επικρατεί η φεουδαρχία, που στηρίζεται στη θεϊκή προέλευση του δικαιώματος των βασιλιάδων. Στο μεταφυσικό στάδιο, επικρατούν οι αντιλήψεις περί κοινωνικού συμβολαίου, περί ισότητας των ατόμων και περί λαϊκής κυριαρχίας. Η Γαλλική Επανάσταση στηρίχθηκε ακριβώς πάνω στις αντιλήψεις αυτές. Η πάλη μεταξύ φιλελευθερισμού και συντήρησης είναι στην ουσία πάλη μεταξύ θεοκρατικών και μεταφυσικών αντιλήψεων. Το θετικιστικό στάδιο εμπεριέχει μια επιστημονική ή κοινωνιολογική προσέγγιση της πολιτικής πραγματικότητας και οργάνωσης και αρχίζει τη στιγμή που τη διακυβέρνηση της ανθρώπινης κοινωνίας αναλαμβάνει η επιστήμη. Στο τελευταίο αυτό στάδιο, η αναζήτηση του τρόπου αντικαθιστά την αναζήτηση του αιτίου και ο άνθρωπος απελευθερώνει τη γνώση του από κάθε σκιά μυστηρίου. 

Διαχωρίζοντας τη θέση του από τους υπέρμαχους των δημοκρατικών διαδικασιών και συμφωνώντας με τον Πλάτωνα, ο Κοντ οραματίζεται μια κοινωνία, στην οποία κυρίαρχο ρόλο διακυβέρνησης θα αναλάμβανε μια επιστημονική ελίτ. Αυτοί με την επιστημονική τους γνώση, θα χρησιμοποιούσαν επιστημονικές μεθόδους και θα ασκούσαν ηθική και πνευματική επίδραση για να επιλύσουν τα κοινωνικά κι ανθρώπινα προβλήματα και να εξασφαλίσουν κοινωνική ισορροπία. Στα χέρια τους θα είναι η εκπαίδευση των νέων και ο έλεγχος της κοινής γνώμης. Σύμφωνα με τον Κοντ, η άσκηση της πραγματικής πολιτικής εξουσίας θα βρίσκεται στα χέρια αυτών που διευθύνουν τις μεγάλες οικονομικές επιχειρήσεις. Οι δυο συντελεστές της κοινωνικής προόδου είναι η Επιστήμη και η Οικονομία και η κοινωνική εξέλιξη βαδίζει προς το συνεχή εκβιομηχανισμό της ζωής. Φορέας της προόδου δεν είναι το άτομο, αλλά η κοινωνία και γενικότερα η ανθρωπότητα. Γι’ αυτό το ηθικό χρέος του ατόμου είναι να αφοσιώνεται με τον αλτρουισμό (δηλαδή φιλαλληλία) στην εξυπηρέτηση των κοινών συμφερόντων της ανθρωπότητας.
 

Αξιοσημείωτη είναι και η νέα ταξινόμηση των επιστημών, που εισήγαγε ο Κοντ. Η ταξινόμησή τους είναι τέτοια, ώστε από ένα επίπεδο αφαίρεσης μεταβαίνει σε ένα επίπεδο συγκεκριμενοποίησης και ολότητας: Μαθηματικά, Αστρονομία, Φυσική, Χημεία, Βιολογία και Κοινωνιολογία. Η ηθική εξαρτάται από την Κοινωνιολογία, η Κοινωνιολογία από τη Βιολογία (που μέρος της αποτελεί η Ψυχολογία), η Βιολογία από τη Χημεία, η Χημεία από τη Φυσική, η Φυσική από την Αστρονομία, η Αστρονομία από τα Μαθηματικά. Ο Κοντ αισθάνεται σαν έλλειψη της ταξινόμησής του την παράλειψη της Ψυχολογίας. Γι’ αυτό προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν μπορεί να υπάρξει η Ψυχολογία σαν ανεξάρτητη επιστήμη, επειδή είναι αδύνατον ο άνθρωπος να παρατηρήσει με ακρίβεια τα ψυχικά φαινόμενα που συμβαίνουν μέσα του.
 

Ο Κοντ θεωρείται ιδρυτής της Κοινωνιολογίας (Sociologie). Θεωρεί ότι η επιστήμη αυτή ανακαλύπτει τους νόμους που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις και ρυθμίζει το ηθικό και πολιτικό μέλλον και την διαιρεί σε στατική ή δυναμική. Η πρώτη εξετάζει την κοινωνία στην κατάσταση ισορροπίας μιας φάσης και ερευνά τους νόμους της συνύπαρξης των κοινωνικών φαινομένων, ενώ η δεύτερη εξετάζει την κοινωνία στην προοδευτική ανάπτυξη όλων των φάσεών της και ερευνά τους νόμους της εξέλιξης των κοινωνικών φαινομένων.
 

Η ηθική του Κοντ είναι αντι-εγωιστική. Το άτομο εξετάζεται πάντα στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου, του οποίου αποτελεί μέρος και όχι την κοινωνική μονάδα, γιατί αυτή είναι η οικογένεια. Οι οικογενειακές μονάδες συγκροτούν την κοινωνία, όπως κι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, που τον απαιτούν η ποικιλία των τάξεων και η ενότητα της κυβέρνησης. Η ατομική ιδιοκτησία είναι αναγκαία για την εξέλιξη της κοινωνίας και οι αντίθετες θέσεις των θεωρητικών του σοσιαλισμού κρίνονται από τον Κοντ ως αφηρημένες. Η κοινωνική δυναμική αφορά όλους τους ανθρώπους του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, που σχηματίζουν το Μέγα Είναι (Grand Être), του οποίου ο προορισμός ρυθμίζεται από το νόμο των τριών σταδίων. Στο 3ο στάδιο, η θετικιστική ηθική και πολιτική αποκαλύπτουν και πραγματοποιούν χωρίς περιττές απάτες, τις φυσικές αλτρουιστικές[1] και κοινωνικές τάσεις του ανθρώπου, επιβάλλοντας στους ανθρώπους την αγάπη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Στο στάδιο αυτό, η μόνη θρησκεία είναι η θρησκεία της ανθρωπότητας, η τελευταία (ύστερα από τη θρησκεία του μονοθεϊσμού) που εκφράζει σε καθαρά ανθρωπιστικούς τύπους και λατρείες το περιεχόμενο της καθολικής πίστης.
Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, ενώ ως προς τη θεμελίωση του θετικιστικού του συστήματος πλησιάζει προς τους Άγγλους φιλοσόφους Χιούμ και Τζον Στιούαρτ Μιλ, αλλά ως προς την κοινωνική φιλοσοφία συμφωνεί σχεδόν τελείως με το Γερμανό Χέγκελ (Hegel) και εν μέρει με τον Φίχτε.
 

Εκτός από τα αξιόλογα «Μαθήματα», ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα έργα του «Λόγοι περί του θετικού πνεύματος» (1844), «Σύστημα θετικής πολιτικής» (1851-54), «Θετικιστική κατήχηση» (1852), «Γράμματα του Αύγουστου Κοντ στον Τζον Μιλ» (1877) και «Διαθήκη του Αύγουστου Κοντ» (1884). Πρωτότυπο πνεύμα της εποχής του που συστηματοποίησε τη σκέψη της εποχής του, ο Κοντ απέκτησε πολλούς συνεχιστές και μελετητές και τροφοδότησε αρκετές επιστήμες, όπως την ιστοριογραφία (Τεν, Ρενάν), τη λογοτεχνική κριτική και την αισθητική (Σαιν-Μπεθ, Τεν), τη Βιολογία (Μπερνάρ) και την κοινωνιολογία (Λεβί-Μπριλ, Ντιεκέμ).
 

Κλείνοντας το ιστορικό τούτο σημείωμα, αξίζει να σημειώσουμε ότι οι καινούργιες θρησκευτικές αντιλήψεις του Κοντ θα επηρεάσουν βαθειά το γνωστό Έλληνα Θεόφιλο Καΐρη. Σε απομίμηση του Κοντ, ο Έλληνας φιλόσοφος θα οργανώσει κι αυτός νέα θρησκεία που την ονομάζει Θεοσέβεια. Αλλά δεν θα έχει καμιά απήχηση πέρα από διενέξεις και φιλολογική αρθρογραφία στα έντυπα της εποχής. Σήμερα ο θετικισμός δεν διατηρείται με την αρχική του μορφή. Με τη σύγχρονη μορφή του επιζεί στο λεγόμενο «Κύκλο των στοχαστών της Βιέννης», Κάρναπ κλπ.
 

Η περίπτωση του Αύγουστου Κοντ δείχνει πόσο βαθειά θρησκευτική είναι η ανθρώπινη ψυχή, ώστε να μη μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό, αλλά παράλληλα δείχνει πόσο αληθινά είναι τα λόγια του Κυρίου Ιησού: «Κάθε φυτεία, που δεν τη φύτεψε ο ουράνιος Πατέρας μου, θα ξεριζωθεί» (Ματθ.15:13).

Υπάρχουν, λοιπόν, κίνδυνοι για την Εκκλησία του Χριστού; Μα βέβαια υπάρχουν. Ας μη ψάχνουμε, όμως, να τους βρούμε έξω από το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Ας τους εντοπίσουμε μέσα σ’ αυτήν, στον εαυτό μας, στο Εγώ μας...

[1] Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κοντ είναι ο πρώτος που δημιούργησε και χρησιμοποίησε τον όρο αλτρουισμός (Altruismus).



πηγή 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου